Η δύναμη της παρουσίας στο πένθος
Φως ! Περισσότερο Φως !
Ήταν ένα απόγευμα ανυπόφορα ζεστό το φθινόπωρο του 2019 και γυρνούσαμε με τον Peter από το κοιμητήριο.
Εγώ περπατούσα το σκοτάδι μου, σερνόμουν δηλαδή όλο και πιο βαθιά, δεν έτρωγα δεν κοιμόμουν κι όταν το κλάμα και η εξάντληση ανάγκαζαν το σώμα να πέσει σε έναν άκαμπτο ύπνο λίγων ωρών ερχόταν η ώρα να ανοίξω τα μάτια και ζούσα πάντα το ίδιο πράγμα:
τα δυο δευτερόλεπτα χαράς γιατί, νομίζεις ότι ήταν όλα μόνο ένας εφιάλτης, ή μάλλον εύχεσαι.. να ήταν μόνο ένας εφιάλτης, ένα κάκιστο αχρείαστο όνειρο και τώρα που ξύπνησες είναι πάλι όλα καλά.
Όμως όχι, η ωμή πραγματικότητα είναι εκεί, και πέφτεις ξανά στο λαγούμι του πένθους.
Περπατούσαμε προς το σπίτι μας, στο νούμερο οκτώ με τα οκτώ παράθυρα
(αναφέρω αυτή τη λεπτομέρεια γιατί κάποιοι φίλοι μου ίσως θυμούνται)
Μέναμε τότε στο κέντρο της πόλης σε μια πλατεία με καφέ και εστιατόρια.
Ο Peter κρατούσε το χέρι μου όταν του το επέτρεπα..
δε μιλούσε γιατί δεν άκουγα..
δε με παρηγορούσε γιατί δεν παρηγοριόμουν.
Ήταν απλά εκεί..
Πήγαινε σούπερ μάρκετ, μαγείρευε κάτι που δε θα έτρωγα, μου αγόραζε τσιγάρα, φρόντιζε τις γάτες μας και μερικές φορές τακτοποιούσε το χάος που είχα αφήσει πίσω μου στην κρεβατοκάμαρα: παλιά άλμπουμ ανοιχτά να χάσκουν ευτυχισμένες μέρες και οι φωτογραφίες στο πάτωμα απλωμένες σε ένα παζλ και τακτοποιημένες ανά χρονολογία. Νομίζω κάποιες τις είχε στεγνώσει με το σεσουάρ.
Είχε ενημερώσει τους φίλους μας να μην παίρνουν τηλέφωνο, και να μη μας επισκέπτονται από ότι έμαθα μετά.
Εκείνο το απόγευμα όμως τόλμησε να μιλήσει.
Με έπιασε από το χέρι και μου έκανε νόημα να δω απέναντι και ψιθύρισε χωρίς να με κοιτάζει σαν να ευχόταν μόνος του: Μη μας αφήσεις να γίνουμε έτσι, σε παρακαλώ!
Και κοίταξα απέναντι κάτι που έβλεπα σχεδόν κάθε μέρα.
Ο κύριος Μ. Στην ίδια θέση, στο παγκάκι κάτω από τη μεγάλη φλαμουριά.
Με τα ίδια ρούχα, με το ίδιο βαρύ μπουφάν αν και έχει αφόρητη ζέστη. Την ίδια πάνινη τσάντα σούπερ μάρκετ, βρόμικη και ξεχειλωμένη από τα άδεια πλαστικά μπουκάλια που προσπαθεί να χωρέσει κάθε φορά, και με λεκέδες από το υγρό που είχαν πριν.
Ο κύριος Μ. μετρά τα ψιλά που του έχει αποφέρει η ανταλλαγή στο μηχάνημα της ανακύκλωσης. Φτάνουν άραγε για το αλκοόλ που χρειάζεται ή πρέπει να ξαναγεμίσει τη βρόμικη πάνινη τσάντα ψάχνοντας ξανά σε όλη την πόλη τους κάδους σκουπιδιών..;
7 σεντ το μπουκάλι.
Κάποιες φορές, όταν δεν έχει χρόνο και αρχίζουν να τρέμουν τα χέρια του, αναγκάζεται να ρωτάει τους περαστικούς αν έχουν λίγα ψιλά..
ή αν μπορεί να πάρει το άδειο μπουκάλι νερού που δεν έχουν ακόμη ρίξει στον κάδο.
Κοίταξα απέναντι.. και ήξερα πολύ καλά..
Ο κύριος Μ. είχε πριν αρκετά χρόνια μια άλλη ζωή.
Ήταν γνωστός δικηγόρος, είχε οικονομική ευημερία, είχε μια όμορφη οικογένεια, μια πανέμορφη κόρη και μια σύζυγο επίσης δικηγόρο.
Δούλευαν μαζί στο γραφείο τους, είχαν το όμορφο σπίτι τους, τους φίλους τους, τα αυτοκίνητα τους, τις διακοπές τους και την αποδοχή και το σεβασμό του κοινωνικού τους περίγυρου. Είχε, λοιπόν, μια ζωή που πολλοί θα ζήλευαν.
Αυτό άλλαξε με τον θάνατο της μοναχοκόρης του.
Πόνος, πένθος, διαζύγιο, απώλεια εργασίας, απώλεια στέγης, αλκοολισμός.
Κοίταξα απέναντι χωρίς να έχω το κουράγιο αλλά ούτε και τη διάθεση να απαντήσω.
Ήξερα πολύ καλά τι ήθελε να μου πει..
Ένιωθα την αγωνία του..
Δεν απάντησα με λέξεις αλλά έπιασα το χέρι του και το έσφιξα.. και κατάλαβε.
Ήταν σαν να έλεγα: Όχι, δε θα μας αφήσω να γίνουμε έτσι..
Απλά χρειάζομαι το χρόνο και το χώρο να με περάσω στην άλλη όχθη..
κι αυτό πρέπει να το κάνω μόνη μου..
Δεν ξέρω πόσο θα κρατήσει..
Δεν ξέρω πώς θα με αλλάξει..
Αλλά ξέρω ότι δεν θα αφήσω το σκοτάδι να με κυκλώνει για πάντα.. πρώτα όμως πρέπει να το δω, να το βιώσω, να το αποδεχθώ.
Να δω.. ότι από τη στιγμή που το βλέπω, δεν είμαι το σκοτάδι μου, δεν είμαι το πένθος μου, δεν είμαι η θλίψη μου..
Είμαι αιώνια ψυχή σε αυτό το όχημα εδώ, ίδια με αυτή που άφησε το όχημα της, γιατί δεν την εξυπηρετούσε πια και έβαλε πλώρη για καινούργια σύμπαντα..
Έτσι μου είπε, και το πιστεύω..
Προσπάθησα να συναντήσω το βλέμμα του κυρίου Μ. κι ενώ ήταν ακόμη απασχολημένος με το μέτρημα, σήκωσε το κεφάλι του και με κοίταξε.
Ήθελα να του φωνάξω για να το ακούσω κι εγώ:
Πίστεψέ με, η κόρη σου δεν θέλει να σε βλέπει έτσι!
Αλλά δεν το έκανα.
Υποκλίθηκα εσωτερικά στη ψυχή απέναντι μου και στο δύσκολο δρόμο της..
Ο κύριος Μ. ζει σήμερα με σύνδρομο Korsakoff σε μια δομή για άστεγους.
Κατάφερε να ξεχάσει.. τα πάντα.. για πάντα σε αυτή του τη ζωή.
Τον επισκέπτομαι και όταν είναι ήρεμος του διαβάζω Goethe.
Δεν ξεχνώ πάντα πριν φύγω να συμπληρώσω: Mehr Licht!Φως! Περισσότερο φως!
Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του ποιητή λένε κάποιοι
(που μάλλον είναι μύθος, αλλά είναι ένας ωραίος μύθος).
Πέρασαν χρόνια από εκείνο το απόγευμα.
Δεν έγινα σαν τον κύριο Μ.
Έγινα κάποια άλλη. Όχι, αυτή που ήμουν πριν δεν επιστρέφει. Έγινα αυτή που έμαθε να ζει μαζί με την απώλεια της, όχι ενάντια σε αυτήν.
Σήμερα στέκομαι δίπλα σε γυναίκες που περπατούν το δικό τους σκοτάδι.
Όχι για να τις βγάλω από εκεί. Από εκεί δεν σε βγάζει κανείς, μόνη σου περνάς στην άλλη όχθη, όπως πέρασα κι εγώ.
Αλλά ξέρω τι σημαίνει να χρειάζεσαι κάποια που δεν θα σε πιέζει να «είσαι καλά». Κάποια που θα είναι εκεί, όπως ήταν ο Peter για μένα, χωρίς να προσπαθεί να σε διορθώσει.
Αν περνάς κάτι παρόμοιο τώρα, γράψε μου.
Απαντώ σε κάθε μήνυμα προσωπικά.
Με παρουσία,
Κατερίνα