Η Μοναξιά στο Πένθος
Γιατί νιώθεις μόνη ανάμεσα σε τόσο κόσμο;
Σε αυτό το άρθρο θα διαβάσεις:
Γιατί το πένθος μπορεί να είναι βαθιά μοναχικό, ακόμα κι ανάμεσα σε ανθρώπους που σε αγαπούν
Τι εννοούμε όταν λέμε ότι «κανείς δεν καταλαβαίνει»
Γιατί ο δεσμός σου με τον άνθρωπο που έχασες είναι μοναδικός
Πώς μπορείς να αρχίσεις να μοιράζεσαι ξανά, χωρίς να πιέζεις τον εαυτό σου
Πού μπορεί να υπάρξει χώρος για το πένθος σου χωρίς εξηγήσεις
Αυτό το κείμενο δεν γράφτηκε για να εξηγήσει το πένθος.
Γράφτηκε για να μιλήσει για τη μοναξιά που συχνά το συνοδεύει, ακόμη κι όταν υπάρχουν άνθρωποι γύρω σου.
Η αλήθεια είναι ότι μπορεί να βρίσκεσαι σε ένα δωμάτιο γεμάτο με ανθρώπους που σε αγαπούν πραγματικά, και όμως να νιώθεις πιο μόνη από ποτέ.
Φαντάσου τη σκηνή - ίσως την έχεις ζήσει ήδη. Κάθεσαι στο τραπέζι της κουζίνας με την καλύτερη σου φίλη. Αυτήν από το δημοτικό, που την ξέρεις και σε ξέρει απ' έξω κι ανακατωτά, και βάζεις το χέρι σου στη φωτιά ότι σε αγαπάει πραγματικά. Σε κοιτάζει τώρα με εκείνο το καινούργιο βλέμμα, το βλέμμα της συμπόνιας που πλέον αναγνωρίζεις από χιλιόμετρα. Σε ρωτάει «πώς είσαι;» κι εσύ απαντάς «προσπαθώ» ή ένα ξερό «καλά», ενώ μέσα σου έχει καταρρεύσει όλο σου το είναι.
Εκείνη τη στιγμή, η απόσταση ανάμεσα σε εσένα και σε εκείνη δεν είναι μερικά εκατοστά τραπεζιού. Είναι έτη φωτός. Και το πιο επώδυνο; Δεν φταίει εκείνη. Δεν είναι ότι δεν σε αγαπά ή δεν νοιάζεται για το πως νιώθεις. Ούτε εσύ φταις που δεν μπορείς να εκφραστείς. Είναι ότι αυτό που ζεις αυτή τη στιγμή δεν χωράει σε λέξεις. Εκφράζεται σε μια γλώσσα που μόλις σχηματίζεται.
Και ακόμη μεταφράζεται.
Ο Carl Jung είχε πει κάτι που εξηγεί απόλυτα αυτό το κενό:
«Η μοναξιά δεν προκύπτει από το γεγονός ότι δεν έχεις ανθρώπους γύρω σου, αλλά από το γεγονός ότι δεν μπορείς να μοιραστείς μαζί τους τα πράγματα που θεωρείς σημαντικά».
Αν πενθείς, ξέρεις ακριβώς τι σημαίνει αυτό. Η μοναξιά σου δεν είναι έλλειψη παρέας. Είναι έλλειψη συντονισμού και σύνδεσης με τους άλλους. Είναι η αίσθηση ότι κουβαλάς έναν αμύθητο θησαυρό από μνήμες και αγάπη, αλλά ταυτόχρονα έναν απύθμενο βάλτο από πόνο και δάκρυα, και δεν υπάρχει κανείς που να μιλάει την ίδια γλώσσα με εσένα για να τα μοιραστείς.
Μπορεί να συμμετέχεις σε κουβέντες, να απαντάς, να δείχνεις παρούσα.
Όμως συχνά είναι μηχανικά. Μπορεί το σώμα σου να είναι «εκεί». Αλλά η ψυχή σου είναι αλλού, σε έναν τόπο που μόνο εσύ και ο άνθρωπος που έχασες γνωρίζετε.
Η ψευδαίσθηση της συντροφιάς στο πένθος
Τις πρώτες μέρες μετά την απώλεια, το σπίτι σου ήταν πιθανότατα γεμάτο. Άνθρωποι μπαινόβγαιναν και τα τηλέφωνα χτυπούσαν ασταμάτητα. Λόγια παρηγοριάς, σχεδόν πανομοιότυπα από όλους, σαν μάντρα που τα είχαν αποστηθίσει. Κι όμως, ακόμη και με τόσους ανθρώπους δίπλα σου, η μοναξιά σου ήταν το μόνο που μπορούσες να νιώσεις.
Έβλεπες ότι δεν σε έβλεπαν. Έβλεπαν τον ρόλο και μια ετικέτα που σου έβαλαν.
Έβλεπαν τη μάνα που έχασε το παιδί της, τη «χήρα», την «ορφανή», την «πενθούσα». Δεν μπορούσαν να δουν τη γυναίκα που έχασε το σημείο αναφοράς της ψυχής της. Και αυτός ήταν ένας άνθρωπος, ίσως ο μόνος άνθρωπος, που έδινε νόημα στις Τρίτες της και στις Κυριακές της.
Το πένθος δημιουργεί ένα αόρατο πέπλο. Εσύ βλέπεις τον κόσμο μέσα από αυτό, θαμπό και απόμακρο. Ο κόσμος, όμως, βλέπει μόνο το πέπλο. Δεν βλέπει τις λεπτομέρειες. Δεν βλέπει ότι το «σημαντικό» για σένα σήμερα ίσως είναι το πώς μυρίζει ακόμα το μαξιλάρι του, το πώς θα αντέξεις την αυριανή επέτειο ή η ξαφνική ανάγκη να πεις μια χαζή ιστορία που μόνο εκείνος θα καταλάβαινε. Αυτά τα «σημαντικά» δεν χωρούν καθόλου, ούτε στην αρχή, αλλά ούτε και αργότερα, σε μια συνηθισμένη καθημερινή κουβέντα.
Έτσι, μένουν ανείπωτα.
Η μοναδικότητα του δεσμού σου
Πρέπει να το καταλάβεις αυτό: Κανένας άλλος στον κόσμο δεν είχε τη δική σου σχέση με τον άνθρωπο που έφυγε. Ακόμα και αν πενθούν κι άλλοι τον ίδιο άνθρωπο, εσύ έχασες το δικό σου παιδί, τον δικό σου σύντροφο, τη δική σου μητέρα.
Οι κώδικες επικοινωνίας, τα δικά σας αστεία, τα δικά σας προβλήματα, οι δικές στιγμές και τελικά η δική σας σχέση είναι μοναδική. Αυτή η μοναδικότητα είναι που κάνει τη μοναξιά τόσο απόλυτη. Σαν να είσαι ο μόνος άνθρωπος που θυμάται πώς ήταν να είστε «εσείς». Και είσαι.
Αυτή η ευθύνη της μνήμης είναι κάτι που φέρεις με αγάπη αλλά δεν παύει να είναι βαριά και συχνά πολύ μοναχική.
Μια καινούργια, ξένη γλώσσα
Ίσως αναρωτιέσαι γιατί είναι τόσο δύσκολο να εκφραστείς, να μιλήσεις για αυτά που σκέφτεσαι και για όλα όσα κρατάς μέσα σου. Πρώτον, γιατί το πένθος είναι χαοτικό. Τη μία στιγμή νιώθεις οργή, την επόμενη μια απέραντη τρυφερότητα, ίσως και γαλήνη, μετά ενοχή, μετά ένα απόλυτο κενό. Πώς να τα εξηγήσεις όλα αυτά σε κάποιον που περιμένει από εσένα να «βελτιώνεσαι», να γίνεσαι καλύτερα μέρα με τη μέρα; Το μέσα σου αλλάζει τόσο γρήγορα, που ούτε εσύ η ίδια δεν προλαβαίνεις να του δώσεις όνομα, πόσο μάλλον να το εξηγήσεις.
Είναι, τελικά, μια καινούργια, ξένη γλώσσα που καλείσαι να μάθεις για να μπορέσεις να επικοινωνήσεις, ενώ η καρδιά σου αιμορραγεί.
Η κοινωνία μας, επίσης, έχει μάθει να λύνει προβλήματα, όχι να τα αντέχει.
Όταν λες «πονάω», οι άλλοι θέλουν να σου δώσουν ένα χάπι για τον πόνο σου, μια λύση για να σταματήσεις να πονάς. Αλλά εσύ δεν θέλεις λύση (γιατί κάποια πράγματα δεν λύνονται). Θέλεις έναν ικανό ακροατή. Θέλεις έναν αυτόπτη και αυτήκοο, ενσυναισθητικό μάρτυρα. Θέλεις κάποιον να σταθεί δίπλα σου στο σκοτάδι και να το ψηλαφήσετε μαζί, αντί να ψάχνει απεγνωσμένα διακόπτες για να ανάψει το φως σε ένα δωμάτιο όπου οι λάμπες έχουν καεί προ πολλού.
Υπάρχει, φυσικά, και ο φόβος του τι θα πουν, τι θα σκεφτούν και πώς θα σε κρίνουν. Φοβάσαι ότι, αν παραδεχτείς ότι ακόμα του μιλάς ή ότι δεν μπορείς να αδειάσεις τη ντουλάπα με τα ρούχα του, θα σου βάλουν την ταμπέλα της «αδύναμης». Θα σε λυπηθούν. Έτσι, σωπαίνεις. Και κάθε φορά που σωπαίνεις, το τείχος της μοναξιάς ψηλώνει λίγο ακόμα.
Αν η μοναξιά σου, λοιπόν, δεν απαλύνεται με τη συντροφιά ανθρώπων, (γιατί δεν μιλούν την ίδια γλώσσα με εσένα ) τι κάνεις;
Ίσως η απάντηση να μην βρίσκεται στο τι κάνεις, αλλά στο πως και με ποιον μπορείς να είσαι όπως είσαι. Χωρίς ψεύτικα «είμαι καλά». Αυτή είναι η καινούργια γλώσσα που καλούμαστε να μάθουμε να μιλάμε: η αλήθεια μας.
Επίσης, δεν είναι ανάγκη να μοιράζεσαι με όλους. Χρειάζεται μόνο να βρεις τους κατάλληλους ανθρώπους, που μπορούν να αντέξουν τη σιωπή σου, και φυσικά το πένθος σου. Οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη ανθρώπους.
Εύχομαι να βρεις εκείνους που μπορούν να σε ακούσουν χωρίς να σε διορθώνουν. Κι εσύ μπορείς να τους διευκολύνεις, λέγοντας ξεκάθαρα: «Σήμερα δε θέλω συμβουλές, θέλω, αν μπορείς, μόνο να με ακούσεις. Θέλω μόνο να σου πω κάτι που είναι σημαντικό για μένα». Κι αν πιστεύεις ότι αυτά που θες να πεις είναι πολύ βαριά για να τα ακουμπήσεις σε κάποιον, δώσε τους χώρο στο χαρτί. Το γράψιμο δεν είναι πολυτέλεια, ούτε journaling. Κάποιες φορές είναι τρόπος επιβίωσης.
Είναι ένας τρόπος να βγάλεις το σημαντικό από μέσα σου και να το δεις να υπάρχει κάπου έξω από εσένα.
Και, φυσικά, υπάρχει η κοινότητα. Η ανακούφιση του να μιλάς με γυναίκες που καταλαβαίνουν, χωρίς να χρειάζονται πολλές εξηγήσεις. Εκεί το «σημαντικό» είναι αυτονόητο. Δεν χρειάζεται να εξηγήσεις το ξαφνικό κλάμα στο σούπερ μάρκετ, στον διάδρομο με τα ανδρικά αποσμητικά. Το καταλαβαίνουν.
Είναι εντάξει να νιώθεις μόνη.
Δεν σημαίνει ότι δεν σε αγαπούν, ούτε ότι εσύ έχεις γίνει πια ένας δύσκολος άνθρωπος. Σημαίνει ότι η ψυχή σου κάνει μια εργασία βαθιά και ιερή. Μην πιέζεις τον εαυτό σου να γίνει «όπως πριν». Σεβάσου τη μοναξιά σου, αλλά μην την αφήσεις να γίνει φυλακή. Ψάξε εκείνες τις μικρές στιγμές σύνδεσης, όπου μπορείς να πεις το όνομα του και να δεις στα μάτια του άλλου ότι η μνήμη του χωράει εκεί.
Γιατί, η μοναξιά του πένθους δεν θα φύγει με τον πολύ θόρυβο γύρω σου. Φεύγει μόνο με την ήσυχη αλήθεια.
Κατερίνα
Αν αυτό το κείμενο μίλησε στη δική σου γλώσσα, γράφω ένα email την εβδομάδα για γυναίκες που πενθούν και συχνά νιώθουν μόνες, ακόμη και ανάμεσα σε ανθρώπους που τις αγαπούν.
Δεν στέλνω συμβουλές. Δεν προσπαθώ να “διορθώσω” τίποτα.
Μόνο λέξεις μέσα από την καρδιά μου, και χώρο για να ακουστεί αυτό που ζεις.