Τα Δωδεκάποντα του πένθους

Τα δωδεκάποντα του πένθους - αόρατα παπούτσια που μάθαμε να περπατάμε και να χορεύουμε ξανά


«Πρέπει να μπεις στα παπούτσια μου για να με καταλάβεις.»

Πόσες φορές έχουμε ακούσει αυτή τη φράση.

Σήμερα θα σου μιλήσω για ένα πολύ ιδιαίτερο ζευγάρι παπούτσια. Ένα ζευγάρι που κανείς μας δεν επέλεξε να φορέσει, αλλά που η ζωή μας το παρέδωσε χωρίς να μας ρωτήσει.

Τα δωδεκάποντα του πένθους.

Η παράδοση

Όχι, δεν θα τα δεις σε βιτρίνες.

Δεν τα παραγγείλαμε.

Δεν υπήρχε ειδοποίηση στο κινητό.

Δεν υπήρχε tracking number.

Δεν μπήκαμε στην Prada του πένθους να διαλέξουμε το δωδεκάποντο του πόνου μας.

Δεν υπήρχε personal shopper να μας συμβουλέψει.

Και σίγουρα, δεν υπήρχε δυνατότητα επιστροφής.

Αυτά τα παπούτσια ήρθαν για να μείνουν.

Απλά έφτασαν μια μέρα στην πόρτα μας. Για κάποιους ήταν ένα τηλεφώνημα μέσα στη νύχτα. Για άλλους, το τέλος μιας μακράς μάχης σε ένα νοσοκομειακό δωμάτιο. Για μερικούς, μια στιγμή που άλλαξε τα πάντα σε ένα δευτερόλεπτο.

Θυμάμαι εκείνο το απόγευμα του Αυγούστου. Ο ουρανός είχε ένα περίεργο χρώμα, σαν να ήξερε. Εκείνη τη μέρα ο κόσμος μου σταμάτησε. Και χωρίς να το ξέρω, παρέλαβα τα δικά μου δωδεκάποντα.

Τα πρώτα βήματα

Τα πρώτα βήματα δεν τα ξεχνάς.

Είναι σαν να προσπαθείς να περπατήσεις σε παγωμένο γυαλί. Κάθε κίνηση πονάει. Κάθε βήμα είναι μια μάχη να ισορροπήσεις.

Το βράδυ, όταν όλα ησυχάζουν, προσπαθείς μάταια να βγάλεις αυτά τα παπούτσια.

Τα πόδια σου ματωμένα.

Η πρώτη εβδομάδα είναι θολή.

Οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν. Λένε λόγια που δεν ακούς. Φέρνουν φαγητά που δεν αγγίζεις. Το σπίτι γεμίζει λουλούδια που μαραίνονται πριν προλάβεις να τα προσέξεις.

Και εσύ, απλά προσπαθείς να θυμηθείς πώς να αναπνέεις.

Υπάρχουν στιγμές που θέλεις να τα πετάξεις. Να περπατήσεις ξυπόλυτη με τον πόνο σου. Αλλά δεν γίνεται.

Γιατί αυτά τα παπούτσια δεν είναι απλά παπούτσια. Είναι η νέα σου πραγματικότητα.

Αόρατα

Το πιο περίεργο είναι ότι κανείς δεν τα βλέπει.

Περπατάς στον δρόμο, πηγαίνεις στη δουλειά, χαμογελάς ίσως λίγο στο ταμείο του σούπερ μάρκετ. Κανείς δεν βλέπει πώς παραπατάς. Πώς κάθε βήμα είναι ένας μικρός άθλος.

Κάποιες μέρες είναι σαν να φοράς τσιμέντο. Είναι οι μέρες των επετείων. Των γιορτών. Των γενεθλίων. Οι μέρες που το υλικό γίνεται πιο στενό, πιο βαρύ.

Περπατάς στους ίδιους δρόμους, αλλά όλα έχουν αλλάξει. Το αγαπημένο του καφέ. Το παγκάκι όπου καθόταν. Το μαγαζί με τις εφημερίδες που σταματούσε κάθε πρωί.

Όλα έχουν πάρει άλλο νόημα.

«Πώς είσαι;» ρωτάνε.

Τι να απαντήσεις.

«Καλά», λες, ενώ μέσα σου ουρλιάζεις.

«Πέρασε καιρός», λένε κάποιοι. Λες και ο χρόνος είναι γιατρικό. Λες και υπάρχει ημερομηνία λήξης για αυτό που έχασες.

Κάτι αλλάζει

Όμως κάτι συμβαίνει με τον καιρό.

Όχι, ο πόνος δεν φεύγει. Αλλάζει.

Είναι σαν αυτά τα παπούτσια να προσαρμόζονται στα πόδια σου. Ή μήπως εσύ προσαρμόζεσαι σε αυτά; Δεν ξέρω.

Σιγά-σιγά, μαθαίνεις να περπατάς διαφορετικά. Βρίσκεις μικρές οάσεις ανάπαυσης στη διαδρομή. Μέρες που το χαμόγελο έρχεται πιο εύκολα. Στιγμές που οι αναμνήσεις φέρνουν περισσότερη γλύκα παρά πόνο.

Αρχίζεις να καταλαβαίνεις κάτι.

Ότι αυτά τα δωδεκάποντα δεν είναι μόνο σύμβολο πόνου. Είναι και σύμβολο αγάπης. Μιας αγάπης τόσο μεγάλης που συνεχίζει να υπάρχει ακόμα και μετά.

Για εσένα

Εσένα που διαβάζεις αυτές τις γραμμές φορώντας τα δικά σου δωδεκάποντα.

Δεν είσαι μόνη.

Είμαστε πολλές που μάθαμε να περπατάμε με αυτά τα αόρατα παπούτσια.

Θα είναι πάντα μαζί σου. Αλλά με τον καιρό θα ανακαλύψεις κάτι που τώρα μοιάζει αδύνατο.

Ότι μπορείς ακόμα και να χορέψεις με αυτά.

Με παρουσία, Κατερίνα

Γράψε μου εδώ


Previous
Previous

Το Άλογο στο τραπέζι:

Next
Next

Τα κρυφά εμπόδια του πένθους